REPSOL

REPSOL
Λίγα λόγια για την εταιρεία

Η REPSOL είναι πολυεθνική ανώνυμη εταιρεία με έδρα τη Μαδρίτη.

Η ιστορία της έχει ρίζες πίσω στο μακρινό 1927 όταν ιδρύθηκε η CAMPSA (Compañía Arrendataria del Monopolio de Petróleos S.A.), δηλαδή η εταιρεία συμφερόντων του ισπανικού κράτους η οποία έλεγχε το μονοπώλιο του πετρελαίου και των παραγώγων στην Ισπανία.  Το 1947, έληξε και ανανεώθηκε με νέους όρους το εικοσαετές συμβόλαιο μεταξύ κράτους και CAMPSA ενώ ένα χρόνο μετά, το 1948 συστάθηκε η εταιρεία REPESA (Refinería de Petróleos de Escombreras) η οποία ανέλαβε την δημιουργία  διυλιστηρίου και άλλων πετρελαιο-βιομηχανικών εγκαταστάσεων στo Escombreras της νότιας Ισπανίας. Η πιο γνωστή μάρκα λιπαντικού της REPESA είχε το όνομα REPSOL.

Το 1981 η ισπανική κυβέρνηση όρισε το Εθνικό Ινστιτούτο Υδρογονανθράκων [στΜ. Instituto Nacional de Hidrocarburos (ΙΝΗ)] ως τον δημόσιο οργανισμό που θα ενσωμάτωνε όλες τις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου που ήταν κρατικές. H REPSOL συστάθηκε το 1987 ως θυγατρική εταιρεία του Εθνικού Ινστιτούτου Υδρογονανθράκων. Σ’ αυτήν ενσωματώθηκαν και συγχωνεύτηκαν όλες οι σχετικές με την πετρελαϊκή βιομηχανία εταιρείες στις οποίες η ισπανική κυβέρνηση είχε το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών, συμπεριλαμβανομένης και της CAMPSA(1). Ως δημόσιος οργανισμός η REPSOL βρισκόταν σε συνεργασία με το ισπανικό Υπουργείο Βιομηχανίας και Ενέργειας.

Μόλις δύο χρόνια από τη σύστασή της, στα πλαίσια της προσαρμογής στους όρους της ΕΟΚ για την απελευθέρωση της αγοράς(2), η REPSOL ιδιωτικοποιήθηκε. Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης της εταιρείας άρχισε το 1989 με την αγορά του μετοχικού της πακέτου από την τράπεζα που τότε ονομαζόταν BBV (Banco Bilbao Vizcaya) – πρόκειται για τη BBVA, που σήμερα λέγεται έτσι έπειτα από τη συγχώνευσή της με την – επίσης όχι πια κρατική - Tράπεζα Aκινήτων Argentaria, μαζί με δημόσια προσφορά ομολόγων.
Η ιδιωτικοποίηση της REPSOL ολοκληρώθηκε το 1997 όταν το ισπανικό κράτος πούλησε και το τελευταίο 10% των μετοχών.

Το 1999 η REPSOL αγόρασε την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Αργεντινής YPF (που ήταν μία από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές της Λατινικής Αμερικής). Πλέον, με την αγορά αυτή, η  REPSOL YPF S.A., έγινε μία από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου.

Το Δεκέμβριο του 2001 η Repsol ήρθε σε συμφωνία με την Petrobras κι έγινε έτσι η δεύτερη μεγαλύτερη ενοποιημένη πετρελαϊκή εταιρεία στη Βραζιλία, ενώ μέσα στα επόμενα χρόνια συνέχισε να επεκτείνεται επιχειρηματικά στην έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων, μεταφορά, διύλιση και εμπόριο, χημική επεξεργασία και διάθεση πετρελαιοειδών, λιμενικές εγκαταστάσεις, παραγωγή ενέργειας.

Το  2008 επεκτάθηκε και στη Βόρεια Αμερική όπου δημιούργησε ένα τεράστιο εργοστάσιο επαναεριοποίησης στην ανατολική ακτή του Καναδά, με αρκετή χωρητικότητα για να παρέχει έως και 20% της ζήτησης φυσικού αερίου για τη Νέα Υόρκη και τη Νέα Αγγλία.

Σήμερα η REPSOL έχει παρουσία σε περισσότερες από 40 χώρες και παράγει περίπου 700.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Μόνο για την τριετία 2013 έως 2015 ήταν υπεύθυνη για 52 ατυχήματα και διαρροή 354 τόνων πετρελαίου παγκοσμίως.

Ευθύνες βαρύνουν την εταιρεία για απόρριψη αργού πετρελαίου στο Εθνικό Πάρκο Amazon Yasuni του Ισημερινού αλλά και για την έκρηξη στο εργοστάσιο πετροχημικών στο Puertollano που προκάλεσε το θάνατο εννέα εργαζομένων (ένα από τα μεγαλύτερα ατυχήματα σε διυλιστήρια τα τελευταία 50 χρόνια). Επίσης η Repsol έχει κατηγορηθεί για εξαπάτηση μετόχων και θεσμών, αποφυγή πληρωμής φόρων, παρεμβάσεις στην εξωτερική πολιτική της Ισπανίας ενώ είναι ύποπτη και για παραβιάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Περού.

-----------------------------------

  1. Εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην εξερεύνηση και στην παραγωγή (πρώην Hispanoil), διύλιση (πρώην ENPETROL), χημικές ουσίες και υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), βουτάνιο (πρώην Butano S.A.), CAMPSA και Petronor και Repsol Química (Alcudia).
  2. Στις 17 Δεκεμβρίου 1983, ψηφίστηκε ο νόμος 45/84 του ισπανικού κράτους σχετικά με την αναδιάρθρωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας, η οποία θα έπαυε πλέον να ελέγχεται από το κράτος . Η ισπανική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να απελευθερώσει όλους τους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανίας υδρογονανθράκων.